27 Δεκεμβρίου 2008

Η καθημερινή ομιλία των αρχαίων Ελλήνων...

Η καθημερινή πραγματικότητα της ζωντανής αρχαίας γλώσσας, έτσι όπως τη μιλούσε ο αρχαιοελληνικός κόσμος, είναι πιο κοντά στην απλή γλώσσα του Αριστοφάνη παρά στη γλώσσα των τραγικών ποιητών, των φιλοσόφων και των ιστορικών που μας δίδαξαν στο σχολείο.

Όταν, φέρ' ειπείν, ο Πλάτωνας πήγαινε στην αγορά για να αγοράσει «φασούλια» (φασολάκια), στη συνήθη διευκρινιστική ερώτηση της λαχανοπώλιδος (που ήταν και μητέρα του τραγικού ποιητή Ευριπίδη κατά τις αναφορές των ιστορικών) καθώς ζύγιζε : «Δύο χοίνικες, έστωσαν;» (2.188 γραμμάρια, να τ' αφήσω;), δεν απαντούσε «Πάνυ μεν ουν» (βεβαίως) ή «Πώς γαρ ου;» (πώς όχι;) -όπως κάνει στους φιλοσοφικούς διαλόγους του- αλλά «Ναι, ναίχι» ή «Ου, ουχί» με την αφοπλιστική απλότητα του Αθηναίου ανδρός που φροντίζει τις καθημερινές αγορές του οίκου του.

Στην αρχαία Αθήνα τα ψώνια στην αγορά τα έκαναν οι άνδρες και όχι οι γυναίκες. Έτσι, συχνά έβλεπε κανείς ένα στρατιώτη, πάνοπλο, να αγοράζει σαρδέλες ή σύκα για το σπιτικό του.

Οι αρχαίοι Έλληνες (με λεξιλόγιο που αγγίζει τους 70 εκατομμύρια τύπους) είχαν μια ευφυέστατη ελαφρότητα (λατ. levitas) στη ζωή τους που ερχόταν σε τεράστια αντίθεση με τη σχεδόν συμπλεγματική σοβαρότητα (λατ. gravitas) των Λατίνων και των σημερινών Ευρωπαίων απογόνων τους. Ας μην ξεχνάμε ότι το λεξιλόγιο της λατινικής, σύμφωνα με τη φιλολογική έρευνα, ισούται με το 1/10 του λεξιλογίου των ομηρικών επών.

Τα γέλια που έκαναν οι Έλληνες στα συμπόσιά τους ήταν τόσο δυνατά, ώστε να ταξιδεύουν 4.000 χρόνια και να μας παραδίδονται σήμερα μέσα από φαινομενικά «σοβαρά» κείμενα. Κωμικός δεν είναι μόνο ο Αριστοφάνης, είναι και ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα...

Ο Έλληνας ήταν (και θα έπρεπε να είναι ακόμη) το παντοτινό παιδί του κόσμου· ο αιώνιος έφηβος, ο παίζων άνθρωπος (λατ. homo ludens), ο πολίτης του κόσμου.